ぶつぶつこうかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανταλλακτικό εμπόριο, ανταλλαγή αγαθών

Κλίση

Παρόν (απλό)
物々交換する
Παρόν (ευγενικό)
物々交換します
Άρνηση (απλή)
物々交換しない
Άρνηση (ευγενική)
物々交換しません
Παρελθόν (απλό)
物々交換した
Παρελθόν (ευγενικό)
物々交換しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物々交換しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物々交換しませんでした
Τε-μορφή
物々交換して
Δυνητική
物々交換できる
Προστακτική
物々交換しろ
Βουλητική
物々交換しよう
Υποθετική (ば)
物々交換すれば