物がある
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υφίσταται η περίπτωση, ισχύει το γεγονός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 物がある
- Παρόν (ευγενικό)
- 物があります
- Άρνηση (απλή)
- 物がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 物がありません
- Παρελθόν (απλό)
- 物があった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 物がありました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 物がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 物がありませんでした
- Τε-μορφή
- 物があって
- Δυνητική
- 物があれる
- Προστακτική
- 物があれ
- Βουλητική
- 物があろう
- Υποθετική (ば)
- 物があれば
- Υποθετική (たら)
- 物があったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 物がありたい
- Απαγορευτική (~な)
- 物があるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 物がありなさい
- Παθητική
- 物があられる
- Αιτιατική
- 物があらせる