ものする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο συγγράφω, γράφω, δημιουργώ έργο

Κλίση

Παρόν (απλό)
物する
Παρόν (ευγενικό)
物します
Άρνηση (απλή)
物しない
Άρνηση (ευγενική)
物しません
Παρελθόν (απλό)
物した
Παρελθόν (ευγενικό)
物しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物しませんでした
Τε-μορφή
物して
Δυνητική
物できる
Προστακτική
物しろ
Βουλητική
物しよう
Υποθετική (ば)
物すれば