ものとする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ορίζεται ότι, θα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υποθέτω, θεωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
物とする
Παρόν (ευγενικό)
物とします
Άρνηση (απλή)
物としない
Άρνηση (ευγενική)
物としません
Παρελθόν (απλό)
物とした
Παρελθόν (ευγενικό)
物としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物としなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物としませんでした
Τε-μορφή
物として
Δυνητική
物とできる
Προστακτική
物としろ
Βουλητική
物としよう
Υποθετική (ば)
物とすれば