物とする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ορίζεται ότι, θα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υποθέτω, θεωρώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 物とする
- Παρόν (ευγενικό)
- 物とします
- Άρνηση (απλή)
- 物としない
- Άρνηση (ευγενική)
- 物としません
- Παρελθόν (απλό)
- 物とした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 物としました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 物としなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 物としませんでした
- Τε-μορφή
- 物として
- Δυνητική
- 物とできる
- Προστακτική
- 物としろ
- Βουλητική
- 物としよう
- Υποθετική (ば)
- 物とすれば
- Υποθετική (たら)
- 物としたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 物としたい
- Απαγορευτική (~な)
- 物とするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 物としなさい
- Παθητική
- 物とされる
- Αιτιατική
- 物とさせる