物にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκτώ, εξασφαλίζω, καταλαμβάνω, κάνω κτήμα μου, κερδίζω (την καρδιά κάποιου)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μαθαίνω, κατακτώ
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ολοκληρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 物にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 物にします
- Άρνηση (απλή)
- 物にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 物にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 物にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 物にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 物にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 物にしませんでした
- Τε-μορφή
- 物にして
- Δυνητική
- 物にできる
- Προστακτική
- 物にしろ
- Βουλητική
- 物にしよう
- Υποθετική (ば)
- 物にすれば
- Υποθετική (たら)
- 物にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 物にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 物にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 物にしなさい
- Παθητική
- 物にされる
- Αιτιατική
- 物にさせる