もの

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιλάω (για κάτι)
  2. 02 είμαι αποτελεσματικός, είμαι ισχυρός, είμαι χρήσιμος, είμαι σημαντικός, έχω σημασία, είμαι το παν

Κλίση

Παρόν (απλό)
物を言う
Παρόν (ευγενικό)
物を言います
Άρνηση (απλή)
物を言わない
Άρνηση (ευγενική)
物を言いません
Παρελθόν (απλό)
物を言った
Παρελθόν (ευγενικό)
物を言いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物を言わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物を言いませんでした
Τε-μορφή
物を言って
Δυνητική
物を言える
Προστακτική
物を言え
Βουλητική
物を言おう
Υποθετική (ば)
物を言えば