ぶっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταβολή, μετασχηματισμός
  2. 02 θάνατος

Κλίση

Παρόν (απλό)
物化する
Παρόν (ευγενικό)
物化します
Άρνηση (απλή)
物化しない
Άρνηση (ευγενική)
物化しません
Παρελθόν (απλό)
物化した
Παρελθόν (ευγενικό)
物化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物化しませんでした
Τε-μορφή
物化して
Δυνητική
物化できる
Προστακτική
物化しろ
Βουλητική
物化しよう
Υποθετική (ば)
物化すれば