ものさびしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοναχικός, έρημος, μελαγχολικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
物寂しい
Παρόν (ευγενικό)
物寂しいです
Άρνηση (απλή)
物寂しくない
Άρνηση (ευγενική)
物寂しくないです
Παρελθόν (απλό)
物寂しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
物寂しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物寂しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物寂しくなかったです
Τε-μορφή
物寂しくて
Υποθετική (ば)
物寂しければ