物忌み
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθαρμός μέσω νηστείας και αποχής
- 02 περιορισμός στην οικία κατά τις δυσοίωνες ημέρες προς αποφυγή κακοτυχίας (πρακτική του Ονμιο-ντό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 物忌みする
- Παρόν (ευγενικό)
- 物忌みします
- Άρνηση (απλή)
- 物忌みしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 物忌みしません
- Παρελθόν (απλό)
- 物忌みした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 物忌みしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 物忌みしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 物忌みしませんでした
- Τε-μορφή
- 物忌みして
- Δυνητική
- 物忌みできる
- Προστακτική
- 物忌みしろ
- Βουλητική
- 物忌みしよう
- Υποθετική (ば)
- 物忌みすれば
- Υποθετική (たら)
- 物忌みしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 物忌みしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 物忌みするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 物忌みしなさい
- Παθητική
- 物忌みされる
- Αιτιατική
- 物忌みさせる