物真似
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μίμηση κάποιου ή κάποιου πράγματος, προσωποποίηση, φωνητική μιμητική
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 物真似する
- Παρόν (ευγενικό)
- 物真似します
- Άρνηση (απλή)
- 物真似しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 物真似しません
- Παρελθόν (απλό)
- 物真似した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 物真似しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 物真似しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 物真似しませんでした
- Τε-μορφή
- 物真似して
- Δυνητική
- 物真似できる
- Προστακτική
- 物真似しろ
- Βουλητική
- 物真似しよう
- Υποθετική (ば)
- 物真似すれば
- Υποθετική (たら)
- 物真似したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 物真似したい
- Απαγορευτική (~な)
- 物真似するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 物真似しなさい
- Παθητική
- 物真似される
- Αιτιατική
- 物真似させる