もの真似まね

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μίμηση κάποιου ή κάποιου πράγματος, προσωποποίηση, φωνητική μιμητική

Κλίση

Παρόν (απλό)
物真似する
Παρόν (ευγενικό)
物真似します
Άρνηση (απλή)
物真似しない
Άρνηση (ευγενική)
物真似しません
Παρελθόν (απλό)
物真似した
Παρελθόν (ευγενικό)
物真似しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
物真似しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
物真似しませんでした
Τε-μορφή
物真似して
Δυνητική
物真似できる
Προστακτική
物真似しろ
Βουλητική
物真似しよう
Υποθετική (ば)
物真似すれば