とくはつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιοπάθεια
  2. 02 ειδικό δρομολόγιο τρένου (ή λεωφορείου κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
特発する
Παρόν (ευγενικό)
特発します
Άρνηση (απλή)
特発しない
Άρνηση (ευγενική)
特発しません
Παρελθόν (απλό)
特発した
Παρελθόν (ευγενικό)
特発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
特発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
特発しませんでした
Τε-μορφή
特発して
Δυνητική
特発できる
Προστακτική
特発しろ
Βουλητική
特発しよう
Υποθετική (ば)
特発すれば