ひしめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνωστίζομαι, στοιβάζομαι, ωθούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
犇めく
Παρόν (ευγενικό)
犇めきます
Άρνηση (απλή)
犇めかない
Άρνηση (ευγενική)
犇めきません
Παρελθόν (απλό)
犇めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
犇めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
犇めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
犇めきませんでした
Τε-μορφή
犇めいて
Δυνητική
犇めける
Προστακτική
犇めけ
Βουλητική
犇めこう
Υποθετική (ば)
犇めけば