いぬ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευαίσθητο άδοξος θάνατος, μάταιη θυσία ζωής

Κλίση

Παρόν (απλό)
犬死にする
Παρόν (ευγενικό)
犬死にします
Άρνηση (απλή)
犬死にしない
Άρνηση (ευγενική)
犬死にしません
Παρελθόν (απλό)
犬死にした
Παρελθόν (ευγενικό)
犬死にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
犬死にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
犬死にしませんでした
Τε-μορφή
犬死にして
Δυνητική
犬死にできる
Προστακτική
犬死にしろ
Βουλητική
犬死にしよう
Υποθετική (ば)
犬死にすれば