犯おかす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπράττω, κάνω (π.χ. έγκλημα, λάθος)
  2. 02 παραβαίνω, παραβιάζω
  3. 03 βιάζω, ατιμάζω, αποπαρθενεύω

Παραδείγματα

  • 彼は誤あやまちを犯おかしました。

    Έκανε ένα λάθος.

  • 規則きそくを犯おかすことはできません。

    Δεν μπορούμε να παραβιάσουμε τους κανόνες.

  • 法ほうを犯おかす者ものは、その罪つみを償つぐなわなければなりません。

    Όποιος παραβιάζει τον νόμο, πρέπει να πληρώσει για το έγκλημά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
犯す
Παρόν (ευγενικό)
犯します
Άρνηση (απλή)
犯さない
Άρνηση (ευγενική)
犯しません
Παρελθόν (απλό)
犯した
Παρελθόν (ευγενικό)
犯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
犯さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
犯しませんでした
Τε-μορφή
犯して
Δυνητική
犯せる
Προστακτική
犯せ
Βουλητική
犯そう
Υποθετική (ば)
犯せば