犯る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό χυδαίο βιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 犯る
- Παρόν (ευγενικό)
- 犯ります
- Άρνηση (απλή)
- 犯らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 犯りません
- Παρελθόν (απλό)
- 犯った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 犯りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 犯らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 犯りませんでした
- Τε-μορφή
- 犯って
- Δυνητική
- 犯れる
- Προστακτική
- 犯れ
- Βουλητική
- 犯ろう
- Υποθετική (ば)
- 犯れば
- Υποθετική (たら)
- 犯ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 犯りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 犯るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 犯りなさい
- Παθητική
- 犯られる
- Αιτιατική
- 犯らせる