くるわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρελαίνω, οδηγώ στην παραφροσύνη
  2. 02 προκαλώ δυσλειτουργία, αχρηστεύω, βγάζω εκτός λειτουργίας
  3. 03 ανατρέπω (σχέδιο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
狂わす
Παρόν (ευγενικό)
狂わします
Άρνηση (απλή)
狂わさない
Άρνηση (ευγενική)
狂わしません
Παρελθόν (απλό)
狂わした
Παρελθόν (ευγενικό)
狂わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狂わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狂わしませんでした
Τε-μορφή
狂わして
Δυνητική
狂わせる
Προστακτική
狂わせ
Βουλητική
狂わそう
Υποθετική (ば)
狂わせば