くるわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρελαίνω, αναστατώνω, διαταράσσω, μπερδεύω
  2. 02 προκαλώ δυσλειτουργία, βγάζω εκτός τροχιάς, χαλάω, εκτροχιάζω, ξεκουρδίζω (π.χ. μουσικό όργανο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
狂わせる
Παρόν (ευγενικό)
狂わせます
Άρνηση (απλή)
狂わせない
Άρνηση (ευγενική)
狂わせません
Παρελθόν (απλό)
狂わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
狂わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狂わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狂わせませんでした
Τε-μορφή
狂わせて
Δυνητική
狂わせられる
Προστακτική
狂わせろ
Βουλητική
狂わせよう
Υποθετική (ば)
狂わせれば