きょうらん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μανία, παραφορά, τρέλα, αγριότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
狂乱する
Παρόν (ευγενικό)
狂乱します
Άρνηση (απλή)
狂乱しない
Άρνηση (ευγενική)
狂乱しません
Παρελθόν (απλό)
狂乱した
Παρελθόν (ευγενικό)
狂乱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狂乱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狂乱しませんでした
Τε-μορφή
狂乱して
Δυνητική
狂乱できる
Προστακτική
狂乱しろ
Βουλητική
狂乱しよう
Υποθετική (ば)
狂乱すれば