きょうしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φανατισμός, ζηλωτισμός, τυφλή αφοσίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
狂信する
Παρόν (ευγενικό)
狂信します
Άρνηση (απλή)
狂信しない
Άρνηση (ευγενική)
狂信しません
Παρελθόν (απλό)
狂信した
Παρελθόν (ευγενικό)
狂信しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狂信しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狂信しませんでした
Τε-μορφή
狂信して
Δυνητική
狂信できる
Προστακτική
狂信しろ
Βουλητική
狂信しよう
Υποθετική (ば)
狂信すれば