れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικειώνομαι υπερβολικά, γίνομαι υπερβολικά οικείος

Κλίση

Παρόν (απλό)
狎れる
Παρόν (ευγενικό)
狎れます
Άρνηση (απλή)
狎れない
Άρνηση (ευγενική)
狎れません
Παρελθόν (απλό)
狎れた
Παρελθόν (ευγενικό)
狎れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狎れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狎れませんでした
Τε-μορφή
狎れて
Δυνητική
狎れられる
Προστακτική
狎れろ
Βουλητική
狎れよう
Υποθετική (ば)
狎れれば