きつねかされる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαπατώμαι από αλεπού

Κλίση

Παρόν (απλό)
狐に化かされる
Παρόν (ευγενικό)
狐に化かされます
Άρνηση (απλή)
狐に化かされない
Άρνηση (ευγενική)
狐に化かされません
Παρελθόν (απλό)
狐に化かされた
Παρελθόν (ευγενικό)
狐に化かされました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狐に化かされなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狐に化かされませんでした
Τε-μορφή
狐に化かされて
Δυνητική
狐に化かされられる
Προστακτική
狐に化かされろ
Βουλητική
狐に化かされよう
Υποθετική (ば)
狐に化かされれば