しゅんじゅん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βρίσκομαι σε αμφιβολία και αδυνατώ να αποφασίσω, δισταγμός και αναποφασιστικότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
狐疑逡巡する
Παρόν (ευγενικό)
狐疑逡巡します
Άρνηση (απλή)
狐疑逡巡しない
Άρνηση (ευγενική)
狐疑逡巡しません
Παρελθόν (απλό)
狐疑逡巡した
Παρελθόν (ευγενικό)
狐疑逡巡しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狐疑逡巡しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狐疑逡巡しませんでした
Τε-μορφή
狐疑逡巡して
Δυνητική
狐疑逡巡できる
Προστακτική
狐疑逡巡しろ
Βουλητική
狐疑逡巡しよう
Υποθετική (ば)
狐疑逡巡すれば