狙い撃ち
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ελεύθερη σκοποβολή, βολή, πυροβολισμός από απόσταση
- 02 θέση ενός στόχου και εκτέλεσή του
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 狙い撃ちする
- Παρόν (ευγενικό)
- 狙い撃ちします
- Άρνηση (απλή)
- 狙い撃ちしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 狙い撃ちしません
- Παρελθόν (απλό)
- 狙い撃ちした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 狙い撃ちしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 狙い撃ちしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 狙い撃ちしませんでした
- Τε-μορφή
- 狙い撃ちして
- Δυνητική
- 狙い撃ちできる
- Προστακτική
- 狙い撃ちしろ
- Βουλητική
- 狙い撃ちしよう
- Υποθετική (ば)
- 狙い撃ちすれば
- Υποθετική (たら)
- 狙い撃ちしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 狙い撃ちしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 狙い撃ちするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 狙い撃ちしなさい
- Παθητική
- 狙い撃ちされる
- Αιτιατική
- 狙い撃ちさせる