狡い
επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πανούργος, πονηρός, ύπουλος, δόλιος, άδικος, ανέντιμος
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιγκούνης, φιλάργυρος, σφιχτοχέρης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 狡い
- Παρόν (ευγενικό)
- 狡いです
- Άρνηση (απλή)
- 狡くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 狡くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 狡かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 狡かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 狡くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 狡くなかったです
- Τε-μορφή
- 狡くて
- Υποθετική (ば)
- 狡ければ
- Υποθετική (たら)
- 狡かったら