狡ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποφεύγω τις υποχρεώσεις μου, τεμπελιάζω, κάνω κοπάνα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα χαλαρώνω, λύνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 狡ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 狡けます
- Άρνηση (απλή)
- 狡けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 狡けません
- Παρελθόν (απλό)
- 狡けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 狡けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 狡けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 狡けませんでした
- Τε-μορφή
- 狡けて
- Δυνητική
- 狡けられる
- Προστακτική
- 狡けろ
- Βουλητική
- 狡けよう
- Υποθετική (ば)
- 狡ければ
- Υποθετική (たら)
- 狡けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 狡けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 狡けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 狡けなさい
- Παθητική
- 狡けられる
- Αιτιατική
- 狡けさせる