Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
独りよがり
ひとりよがり
独
独
ひと
りよがり
ουσιαστικό, επίθετο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αυτοϊκανοποίηση, αυτοδικαίωση, υπεροψία, αυτάρκεια, ναρκισσισμός