ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοβούλως αποφασίζω, αποφασίζω μόνος μου
  2. 02 θεωρώ δεδομένο, υποθέτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
独り決めする
Παρόν (ευγενικό)
独り決めします
Άρνηση (απλή)
独り決めしない
Άρνηση (ευγενική)
独り決めしません
Παρελθόν (απλό)
独り決めした
Παρελθόν (ευγενικό)
独り決めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独り決めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独り決めしませんでした
Τε-μορφή
独り決めして
Δυνητική
独り決めできる
Προστακτική
独り決めしろ
Βουλητική
独り決めしよう
Υποθετική (ば)
独り決めすれば