ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτονομία, ανεξαρτητοποίηση
  2. 02 στέκεσαι στα πόδια σου (χωρίς τη χρήση πατερίτσας ή παρόμοιων βοηθημάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
独り立ちする
Παρόν (ευγενικό)
独り立ちします
Άρνηση (απλή)
独り立ちしない
Άρνηση (ευγενική)
独り立ちしません
Παρελθόν (απλό)
独り立ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
独り立ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独り立ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独り立ちしませんでした
Τε-μορφή
独り立ちして
Δυνητική
独り立ちできる
Προστακτική
独り立ちしろ
Βουλητική
独り立ちしよう
Υποθετική (ば)
独り立ちすれば