どくぎん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φωνητικό σόλο
  2. 02 σόλο απαγγελία (παραδοσιακής ποίησης, στίχων νο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
独吟する
Παρόν (ευγενικό)
独吟します
Άρνηση (απλή)
独吟しない
Άρνηση (ευγενική)
独吟しません
Παρελθόν (απλό)
独吟した
Παρελθόν (ευγενικό)
独吟しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独吟しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独吟しませんでした
Τε-μορφή
独吟して
Δυνητική
独吟できる
Προστακτική
独吟しろ
Βουλητική
独吟しよう
Υποθετική (ば)
独吟すれば