どっきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοναχική διαβίωση, απομόνωση, μοναχική ζωή

Κλίση

Παρόν (απλό)
独居する
Παρόν (ευγενικό)
独居します
Άρνηση (απλή)
独居しない
Άρνηση (ευγενική)
独居しません
Παρελθόν (απλό)
独居した
Παρελθόν (ευγενικό)
独居しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独居しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独居しませんでした
Τε-μορφή
独居して
Δυνητική
独居できる
Προστακτική
独居しろ
Βουλητική
独居しよう
Υποθετική (ば)
独居すれば