独断専行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αυθαίρετη δράση με δική μου πρωτοβουλία, ενεργώ αυθαίρετα χωρίς διαβούλευση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 独断専行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 独断専行します
- Άρνηση (απλή)
- 独断専行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 独断専行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 独断専行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 独断専行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 独断専行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 独断専行しませんでした
- Τε-μορφή
- 独断専行して
- Δυνητική
- 独断専行できる
- Προστακτική
- 独断専行しろ
- Βουλητική
- 独断専行しよう
- Υποθετική (ば)
- 独断専行すれば
- Υποθετική (たら)
- 独断専行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 独断専行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 独断専行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 独断専行しなさい
- Παθητική
- 独断専行される
- Αιτιατική
- 独断専行させる