どくだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωπική κρίση, απόφαση που λαμβάνεται χωρίς διαβούλευση με άλλους, αυθαίρετη απόφαση
  2. 02 δογματισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
独断する
Παρόν (ευγενικό)
独断します
Άρνηση (απλή)
独断しない
Άρνηση (ευγενική)
独断しません
Παρελθόν (απλό)
独断した
Παρελθόν (ευγενικό)
独断しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独断しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独断しませんでした
Τε-μορφή
独断して
Δυνητική
独断できる
Προστακτική
独断しろ
Βουλητική
独断しよう
Υποθετική (ば)
独断すれば