独どく立りつ

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεξαρτησία, αυτονομία, αυτάρκεια, αυτοσυντήρηση, το να ζεις μόνος σου
  2. 02 ανεξαρτησία (π.χ. κράτους), ελευθερία
  3. 03 διαχωρισμός, απομόνωση

Παραδείγματα

  • 国くには独立どくりつしました。

    Η χώρα έγινε ανεξάρτητη.

  • 彼かれは親おやから独立どくりつして、一人暮ひとりぐらしを始はじめました。

    Αυτός ανεξαρτητοποιήθηκε από τους γονείς του και ξεκίνησε να ζει μόνος του.

  • このプロジェクトは、他ほかの部署ぶしょから完全かんぜんに独立どくりつした形かたちで進すすめられるべきだ。

    Αυτό το έργο θα πρέπει να προχωρήσει με τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από τα άλλα τμήματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
独立する
Παρόν (ευγενικό)
独立します
Άρνηση (απλή)
独立しない
Άρνηση (ευγενική)
独立しません
Παρελθόν (απλό)
独立した
Παρελθόν (ευγενικό)
独立しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独立しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独立しませんでした
Τε-μορφή
独立して
Δυνητική
独立できる
Προστακτική
独立しろ
Βουλητική
独立しよう
Υποθετική (ば)
独立すれば