どくさい

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δικτατορία, απολυταρχία, αυταρχισμός
  2. 02 αυταρχική διοίκηση (μιας εταιρείας κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
独裁する
Παρόν (ευγενικό)
独裁します
Άρνηση (απλή)
独裁しない
Άρνηση (ευγενική)
独裁しません
Παρελθόν (απλό)
独裁した
Παρελθόν (ευγενικό)
独裁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独裁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独裁しませんでした
Τε-μορφή
独裁して
Δυνητική
独裁できる
Προστακτική
独裁しろ
Βουλητική
独裁しよう
Υποθετική (ば)
独裁すれば