どくそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω μόνος, σόλο διαδρομή
  2. 02 έχω μεγάλο προβάδισμα, βρίσκομαι πολύ μπροστά από τους άλλους
  3. 03 λειτουργώ αυθαίρετα, αγνοώ τις γνώμες των άλλων και ενεργώ κατά το δοκούν

Κλίση

Παρόν (απλό)
独走する
Παρόν (ευγενικό)
独走します
Άρνηση (απλή)
独走しない
Άρνηση (ευγενική)
独走しません
Παρελθόν (απλό)
独走した
Παρελθόν (ευγενικό)
独走しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
独走しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
独走しませんでした
Τε-μορφή
独走して
Δυνητική
独走できる
Προστακτική
独走しろ
Βουλητική
独走しよう
Υποθετική (ば)
独走すれば