せばめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στενεύω, μειώνω, συρρικνώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
狭める
Παρόν (ευγενικό)
狭めます
Άρνηση (απλή)
狭めない
Άρνηση (ευγενική)
狭めません
Παρελθόν (απλό)
狭めた
Παρελθόν (ευγενικό)
狭めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狭めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狭めませんでした
Τε-μορφή
狭めて
Δυνητική
狭められる
Προστακτική
狭めろ
Βουλητική
狭めよう
Υποθετική (ば)
狭めれば