けんかいろう

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσκολλώμαι πεισματικά σε παρωχημένες μεθόδους, απορρίπτω στενόμυαλα τις απόψεις των άλλων