狼ろう狽ばい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύγχυση, αναστάτωση, απογοήτευση, πανικός

Παραδείγματα

  • 狼狽ろうばいしました。

    Πανικοβλήθηκα.

  • 突然とつぜんの出来事できごとに、彼かれは狼狽ろうばいしました。

    Με το ξαφνικό γεγονός, εκείνος πανικοβλήθηκε.

  • 予期よきせぬ事態じたいに直面ちょくめんし、彼女かのじょは少すこし狼狽ろうばいした様子ようすでした。

    Αντιμετωπίζοντας μια απρόβλεπτη κατάσταση, φάνηκε κάπως μπερδεμένη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
狼狽する
Παρόν (ευγενικό)
狼狽します
Άρνηση (απλή)
狼狽しない
Άρνηση (ευγενική)
狼狽しません
Παρελθόν (απλό)
狼狽した
Παρελθόν (ευγενικό)
狼狽しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
狼狽しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
狼狽しませんでした
Τε-μορφή
狼狽して
Δυνητική
狼狽できる
Προστακτική
狼狽しろ
Βουλητική
狼狽しよう
Υποθετική (ば)
狼狽すれば