猛々たけだけしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άγριος, ορμητικός
  2. 02 θρασύς, αυθάδης, ξεδιάντροπος, αναίσχυντος

Κλίση

Παρόν (απλό)
猛々しい
Παρόν (ευγενικό)
猛々しいです
Άρνηση (απλή)
猛々しくない
Άρνηση (ευγενική)
猛々しくないです
Παρελθόν (απλό)
猛々しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
猛々しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
猛々しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
猛々しくなかったです
Τε-μορφή
猛々しくて
Υποθετική (ば)
猛々しければ