もうばく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφοδρός βομβαρδισμός, εντατικός βομβαρδισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
猛爆する
Παρόν (ευγενικό)
猛爆します
Άρνηση (απλή)
猛爆しない
Άρνηση (ευγενική)
猛爆しません
Παρελθόν (απλό)
猛爆した
Παρελθόν (ευγενικό)
猛爆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
猛爆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
猛爆しませんでした
Τε-μορφή
猛爆して
Δυνητική
猛爆できる
Προστακτική
猛爆しろ
Βουλητική
猛爆しよう
Υποθετική (ば)
猛爆すれば