ねこっかわいがり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ατέρμονη αφοσίωση (σε κάποιον), συνεχής χάιδεμα (κάποιου) σαν να ήταν κατοικίδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
猫っかわいがりする
Παρόν (ευγενικό)
猫っかわいがりします
Άρνηση (απλή)
猫っかわいがりしない
Άρνηση (ευγενική)
猫っかわいがりしません
Παρελθόν (απλό)
猫っかわいがりした
Παρελθόν (ευγενικό)
猫っかわいがりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
猫っかわいがりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
猫っかわいがりしませんでした
Τε-μορφή
猫っかわいがりして
Δυνητική
猫っかわいがりできる
Προστακτική
猫っかわいがりしろ
Βουλητική
猫っかわいがりしよう
Υποθετική (ば)
猫っかわいがりすれば