猫ばば
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υπεξαίρεση, ιδιοποίηση, οικειοποίηση, κλοπή
- 02 κάλυψη παραπτωμάτων και προσποίηση άγνοιας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 猫ばばする
- Παρόν (ευγενικό)
- 猫ばばします
- Άρνηση (απλή)
- 猫ばばしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 猫ばばしません
- Παρελθόν (απλό)
- 猫ばばした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 猫ばばしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 猫ばばしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 猫ばばしませんでした
- Τε-μορφή
- 猫ばばして
- Δυνητική
- 猫ばばできる
- Προστακτική
- 猫ばばしろ
- Βουλητική
- 猫ばばしよう
- Υποθετική (ば)
- 猫ばばすれば
- Υποθετική (たら)
- 猫ばばしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 猫ばばしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 猫ばばするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 猫ばばしなさい
- Παθητική
- 猫ばばされる
- Αιτιατική
- 猫ばばさせる