ねこをかぶる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός υποκρίνομαι την αθωότητα, παριστάνω τον πράο και φιλικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
猫をかぶる
Παρόν (ευγενικό)
猫をかぶります
Άρνηση (απλή)
猫をかぶらない
Άρνηση (ευγενική)
猫をかぶりません
Παρελθόν (απλό)
猫をかぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
猫をかぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
猫をかぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
猫をかぶりませんでした
Τε-μορφή
猫をかぶって
Δυνητική
猫をかぶれる
Προστακτική
猫をかぶれ
Βουλητική
猫をかぶろう
Υποθετική (ば)
猫をかぶれば