ねこ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό μυρίζω μια γάτα, οσφραίνομαι μια γάτα, εισπνέω το άρωμα μιας γάτας

Κλίση

Παρόν (απλό)
猫吸いする
Παρόν (ευγενικό)
猫吸いします
Άρνηση (απλή)
猫吸いしない
Άρνηση (ευγενική)
猫吸いしません
Παρελθόν (απλό)
猫吸いした
Παρελθόν (ευγενικό)
猫吸いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
猫吸いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
猫吸いしませんでした
Τε-μορφή
猫吸いして
Δυνητική
猫吸いできる
Προστακτική
猫吸いしろ
Βουλητική
猫吸いしよう
Υποθετική (ば)
猫吸いすれば