れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνομαι (για άγριο ζώο ή ψάρι), αιχμαλωτίζομαι
  2. 02 μπορώ να πιάσω, μπορώ να κερδίσω (τίτλο, βραβείο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
獲れる
Παρόν (ευγενικό)
獲れます
Άρνηση (απλή)
獲れない
Άρνηση (ευγενική)
獲れません
Παρελθόν (απλό)
獲れた
Παρελθόν (ευγενικό)
獲れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
獲れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
獲れませんでした
Τε-μορφή
獲れて
Δυνητική
獲れられる
Προστακτική
獲れろ
Βουλητική
獲れよう
Υποθετική (ば)
獲れれば