ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό ηγούμαι, πρωτοστατώ, διοικώ
  2. 02 αρχαϊκό μεταφέρω, παίρνω μαζί

Κλίση

Παρόν (απλό)
率る
Παρόν (ευγενικό)
率ます
Άρνηση (απλή)
率ない
Άρνηση (ευγενική)
率ません
Παρελθόν (απλό)
率た
Παρελθόν (ευγενικό)
率ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
率なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
率ませんでした
Τε-μορφή
率て
Δυνητική
率られる
Προστακτική
率ろ
Βουλητική
率よう
Υποθετική (ば)
率れば