たま輿こし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παντρεύομαι σε εύπορη ή αριστοκρατική οικογένεια, παντρεύομαι πλούτο

Κλίση

Παρόν (απλό)
玉の輿に乗る
Παρόν (ευγενικό)
玉の輿に乗ります
Άρνηση (απλή)
玉の輿に乗らない
Άρνηση (ευγενική)
玉の輿に乗りません
Παρελθόν (απλό)
玉の輿に乗った
Παρελθόν (ευγενικό)
玉の輿に乗りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
玉の輿に乗らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
玉の輿に乗りませんでした
Τε-μορφή
玉の輿に乗って
Δυνητική
玉の輿に乗れる
Προστακτική
玉の輿に乗れ
Βουλητική
玉の輿に乗ろう
Υποθετική (ば)
玉の輿に乗れば