おうをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέτω σε σαχ (στο σκάκι)
  2. 02 ιδιωματισμός απειλώ (μια θέση κ.λπ.), πλησιάζω (κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
王手をかける
Παρόν (ευγενικό)
王手をかけます
Άρνηση (απλή)
王手をかけない
Άρνηση (ευγενική)
王手をかけません
Παρελθόν (απλό)
王手をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
王手をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
王手をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
王手をかけませんでした
Τε-μορφή
王手をかけて
Δυνητική
王手をかけられる
Προστακτική
王手をかけろ
Βουλητική
王手をかけよう
Υποθετική (ば)
王手をかければ