あらわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό εμφανίζομαι, φαίνομαι, γίνομαι ορατός, προβάλλω, ενσαρκώνομαι, υλοποιούμαι
  2. 02 αρχαϊκό εκφράζομαι (π.χ. συναισθήματα), γίνομαι φανερός (π.χ. τάσεις, αποτελέσματα)