現あらわれる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμφανίζομαι, φαίνομαι, γίνομαι ορατός, βγαίνω, ενσαρκώνω, υλοποιούμαι
  2. 02 εκφράζομαι (π.χ. συναισθήματα), γίνομαι εμφανής (π.χ. τάσεις, επιδράσεις), εκδηλώνομαι

Παραδείγματα

  • 太陽たいようが現あらわれます。

    Ο ήλιος εμφανίζεται.

  • 森もりの中なかから動物どうぶつが現あらわれた。

    Ένα ζώο εμφανίστηκε μέσα από το δάσος.

  • 長年ながねんの努力どりょくの結果けっか、彼かれの才能さいのうがようやく世間せけんに現あらわれた。

    Ως αποτέλεσμα πολυετών προσπαθειών, το ταλέντο του επιτέλους φανερώθηκε στο κοινό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
現れる
Παρόν (ευγενικό)
現れます
Άρνηση (απλή)
現れない
Άρνηση (ευγενική)
現れません
Παρελθόν (απλό)
現れた
Παρελθόν (ευγενικό)
現れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
現れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
現れませんでした
Τε-μορφή
現れて
Δυνητική
現れられる
Προστακτική
現れろ
Βουλητική
現れよう
Υποθετική (ば)
現れれば